Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

19 Μαΐου: Μνήμη Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου

Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού από τους Τούρκους η σημερινή. Φυσικά ξεχασμένη από του περισσότερους. Αν και η Βουλή (των 48 ωρών) στη χθεσινή της συνεδρίαση (προς τιμήν όλως των παρευρισκομένων) τήρησε 1 λεπτού σιγή για τα θύματα της Γενοκτονίας. Μίας ακόμα γενοκτονίας που η γείτονα χώρα ΔΕΝ αναγνωρίζει. Σήμερα εκεί έχουν ημέρα χαράς: είναι η μέρα της Νεολαίας που εμπνέεται από το όραμα και τα ιδανικά του πατέρα εθνάρχη τους…
Ας διαβάσουμε από πρωτότυπες πηγές (αυτές που συγκεκριμένοι καθηγητές και τωρινοί βουλευτές μάλλον δεν έχουν ποτέ διαβάσει…) μερικά χαρακτηριστικά και σύντομα ντοκουμέντα!




Δικαστήρια Ανεξαρτησίας Αμάσειας
Βρισκόμαστε στο 1921.
Το νεόκοπο κεμαλικό καθεστώς, για να ολοκληρώσει το έγκλημα, σχεδιάζει την εξολόθρευση της οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας του Ελληνισμού του Πόντου. Στο πλαίσιο του σχεδιασμού αυτού, ιδρύει τα περιβόητα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας, στα οποία οδηγούνται όλα τα ηγετικά στελέχη των Ελλήνων του Πόντου.
Έτσι η Αμάσεια από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1921 γίνεται τόπος εγκλεισμού και θανάτου. Για πέντε μήνες το τρελοκομείο της πόλης μετατρέπεται σε φυλακή. Πολλοί από τους συλληφθέντες πεθαίνουν κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού.


Όπως μας πληροφορεί ο εκ Πόντου διανοούμενος και συγγραφέας Γεώργιος Κανδηλάπτης:

«Το δικαστήριο στήνεται με πρόφαση την καταδίωξη των δημιουργών του Ποντιακού ζητήματος, αλλά ουσιαστικά με σκοπό την καταστροφή του άνθους των ομογενών του Πόντου, δηλαδή των εμπόρων, δικηγόρων, γιατρών, φαρμακοποιών, δασκάλων, ιερέων, δημοσιογράφων».



Επιστολή μελλοθάνατου Αλέξανδρου Ακριτίδη, εμπόρου Τραπεζούντας


Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 1921
Γλυκυτάτη μου Κλειώ
Σήμερον ετελέσθη εν τη φυλακή λειτουργία και εκοινωνήσαμε όλοι, περί τους 100 από διάφορα μέρη.
Έχει αποφασισθεί ο δια της κρεμάλας θάνατος.
Αύριον θα πηγαίνουν οι 60, μεταξύ αυτών οι 5 Τραπεζούντιοι και θα γίνει ο δι' αγχόνης θάνατος.
Την Τρίτην δεν θα είμεθα εν ζωή, ο Θεός να μας αξιώσει τους ουρανούς και σε σας να δώσει ευλογίαν και υπομονήν και άλλο κακόν να μη δοκιμάσητε.
Όταν θα μάθετε το λυπηρόν γεγονός να μη χαλάσετε τον κόσμον, να έχετε υπομονή.
Τα παιδιά ας παίξουν και ας χορέψουν.
Ας σε βλέπω να κανονίσης όλα όπως ξέρεις εσύ.
Ο αγαπητός μου Θεόδωρος ας αναλαμβάνει πατρικά καθήκοντα και να μην αδικήσει κανένα από τα παιδιά.
Τον Γέργον να φροντίσει να τελειώσει το σχολείον και να γίνει καλός πολίτης.
Τον Γιάννην ας τον έχει μαζί του στη δουλειά.
Από τα μικρά, τον Παναγιώτη να στείλεις στο σχολείο, την Βαλεντίνην να την μάθης ραπτικήν.
Την Φωφών να μη χωρίζεσαι ενόσω ζεις.
Εις τον Στάθιον τας ευχάς μου και την υποχρέωσιν όπως χωρίς αμοιβήν διεκπεραιώσει όλας τα οικογενειακάς μου υποθέσεις που θα του αναθέσητε.
Ο παπα Συμεών ας με μνημονεύσει ενόσω ζη.
Να δώσης 5 λίρες στην Φιλόπτωχον, 5 λίρες στην Μέριμναν, 5 λίρες στου Λυκαστή το σχολείον.
Και ας με συγχωρέσουν όλοι οι αδελφοί μου, οι νυφάδες και όλοι οι συγγενείς και φίλοι.
Αντίο βαίνω προς τον πατέρα και συγχωρήσατέ μου
ο υμέτερος
Αλ. Γ. Ακριτίδης



Επιστολή Γεωργίου Κακουλίδη προς τη σύζυγό του Κυριακή
Γράφτηκε στη φυλακή της Αμάσειας, μια ημέρα πριν τον απαγχονισμό του
Αγαπητή μου Κυριακή:
Πλησιάζει το τέλος μας, ο θάνατος περιίπταται των κεφαλών μας.
Χθες ενενήκοντα πέντε Αμισηνοί και Παφραίοι κατεδικάσθησαν εις θάνατον δι' αγχόνης, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήσαν το άνθος των άνω πόλεων, επιστήμονες, έμποροι, τραπεζίται, τυχόντες πάσης ηλικίας - ώστε και εις ημάς το ίδιον θα συμβή.
Μήπως είμεθα ένοχοι;
Το μόνο που εκάμαμεν ήτο ότι εβοηθούμεν τα ορφανά και τους πτωχούς πρόσφυγας και εφροντίζαμεν όπως επανέλθουν εις τας εστίας των.
Όταν λάβης αυτήν την επιστολήν μου, γλυκειά μου Κυριακή και γλυκύτατά μου τέκνα, δεν θα υπάρχω πλέον, δεν θα επανίδω πλέον την γλυκείαν σου μορφήν και των τέκνων μας.
Αγαπητή μου, εις τον βίον μου υπέφερα, υπέφερες και συ - την στιγμήν, καθ' ην θα αναπαυόμεθα, φευ! αποχωριζόμεθα.
Χαίρετε, αγαπητή μου, και υγιαίνετε, φρόντισε δια την υγείαν σου, δια να μπορείς ν' αναθρέψης, όπως πρέπει, τα τέκνα μας, να γίνουν καλοί πολίτες.
Όπως σου έγραφα, εάν ενθυμείσαι, εάν αποθάνω, θα γίνης εσύ άνδρας, να μπορής να φέρης το βάρος το οποίον σου αφήνω.
Φίλησε την θυγατέραν μου Δέσποινα, τους υιούς μου Χάρην, Θεοδωράκην, Βάσον, Παναγιώτην, Κωστάκην και Λευτεράκην.
Ο δυστυχής εγώ δεν θα σας επανίδω εις τον κόσμον τον επίγειον, αλλά εκ του ουρανίου κόσμου, όπου θα ευρίσκωμαι, θα σας επιβλέπω ευτυχής.
Φιλώ τους αδελφούς μου Νικόλαον, Ηλίαν, τας αδελφάς μου Ευανθίαν και Κυριακήν, τους γαμβρούς μου Γιάγκον και Σωκράτην.
Επίσης τους αδελφούς σου Νικολάκην, Παναγήν και Αντώνην και πάντας τους συγγενείς και φίλους
Σας φιλώ με άπειρα φιλήματα. Υγιαίνετε! Γεώργιος Κακουλίδης»



Επιστολή μελλοθάνατου Ματθαίου Κωφίδη, βουλευτής Τραπεζούντας


15 Σεπτεμβρίου 1921
Φυλακαί Τιμαρχανέ – Αμασείας

Φιλτάτη Ουρανία
Χθες ημέραν της Σταυροπροσκυνήσεως επαρουσιάσθην εις το δικαστήριον Ιστικλάλ, καμίαν ελπίδα δεν έχω πλέον.
Σήμερον θα δοθή η απόφασις η οποία βεβαίως θα είναι καταδικαστική.
Σας αφίνω υγείαν και εις την προστασίαν του Παναγάθου, περιττά τα πολλά λόγια.
Θάρρος και εγκαρτέρησις και ελπίς επί Κύριον, δια να ημπορέσης το κατά δύναμιν να σηκώσης το βαρύ φορτίον σου.

Σας γλυκοφιλώ όλους
Ο Ματθαίος σου
Υ.Γ. Εις τα φίλτατα την ευχήν μου, καλήν πρόοδον και καλήν διαγωγήν όπως η ψυχή μου και μακρόθεν αγάλλεται.



Επιστολή Αντωνίου Τζινόγλου
Διευθυντού του ΓραφείουΠροσφύγων εν Αμισώ
Φυλακές Αμάσειας
Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 1921

Σεβαστοί μου γονείς, προσφιλής μου σύζυγος, τέκνα μου αγαπητά, λοιποί συγγενείς και φίλοι.
Κατεδικάσθην αθώος ων εις θάνατον, ήτο θέλημα Θεού, διά τούτο και εγώ δεν λυπούμαι, και σεις μη λυπηθήτε.
Έχω πίστιν, ότι θα συναντηθούμε εις την άλλην ζωήν.
Σας στέλλω τον χαιρετισμό και την αγάπη μου. Εν όσω ζείτε να με μνημονεύετε.
Αντιόπη, ο θεός δε με ηξίωσε να γηροκομήσω τους γονείς μας, το έργον τούτο το αφήνω μόνον εις σε.
Δια σε και δια τα τέκνα μας είμαι βέβαιος ότι θα φροντίσει ο καλός Θεός. Να μη λυπηθής και αγανακτήσεις εναντίον του θελήματος του Θεού.
Εάν επιζήσετε της καταιγίδος αυτής, να πάτε στους γονείς μας κοντά και να γράψεις δε και στον Φώτιον και τον Χρύσανθον την παράκλησίν μου, όπως λάβουσιν υπό την μέριμνάν των την Ιουλίαν και την Χρυσάνθην.
Τη βεργέτα και το ωρολόγι μου παρέδωσα εις τον κ. Π. Βαλιούλην να σε φέρει.
Τα ρούχα μου θα διαμοιρασθούν εδώ.
Πήρα την τελευταία σου επιστολήν και είμαι ήσυχος εν τη φυλακή.
Εξομολογήθην, εγένετο λειτουργία και εκοινώνησα. Θα αποθάνω ήσυχος και ατάραχος.
Επιθυμώ να μη κλαύσητε πολύ.
Ο Θεός μαζί σας
Σας φιλώ όλους εκ ψυχής
Ο ιδικός σας
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΤΖΙΝΟΓΛΟΥ

πηγή: http://imverias.blogspot.com/2012/05/19.html

2 σχόλια:

Βασίλειος Λιάκος είπε...

Μέσα από τα γραφόμενα αυτών των αδικοχαμένων ψυχών ξεχειλίζει η πίστις προς τον Τριαδικό Θεό, αλλά και μιά ευγένεια, ένα ήθος ζηλευτό.Ο Κύριος άς αναππαύση τις ψυχές τους!

Ανώνυμος είπε...

ΜΕΓΑΛΕΙΟ..πόσο μικρός και ολιγόψυχος αισθάνομαι σε σχέση μ΄αυτούς τους Μάρτυρες.αφιερωμένο σε μια σημαντική μερίδα των συμπολιτών μας που φιλοδοξούν στις 18 Ιουνίου να φέρουν στην εξουσία τις γνωστές "προοδευτικές" δυνάμεις για να αποτελειώσουν ότι (ελάχιστο) έχει απομείνει όρθιο σ΄αυτον τον τόπο. Ο Θεός ας μας ελεήσει..Αντώνης- Βόλος