Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Στον Εσπερινό της Συγχωρήσεως (σύντομο διήγημα)

Ο ᾿Αντνης Μητσκος ταν σκληρς νθρωπος. Ατ τ κουσα πολλς φορς π πολλος. Κακς μως δν ταν. Κι ατ τ κουσα. Κανναν ποτ δν δκησε κα ταν κα φιλνθρωπος. Ενα σωρ νθρωποι, κατ πς λγανε, εεργετθηκαν π τν ᾿Αντνη κα το χρωστοσαν μεγλη χρη.

Κι μως, ᾿Αντνης Μητσκος ταν σκληρς, πολ σκληρς σ᾿ ποιον το φταιγε. «Δν μπανω στ χωρφια κανενς», λεγε στρβοντας τ μουστκι του, «κα δ θλω ν μπανει κανες στ δικ μου». Κι ταν λεγε «χωρφια» ννοοσε καθετ πο τν φοροσε. Μ τν πατρα μου παλιτερα ταν πολ καλο φλοι, μ κποτε ψυχρθηκαν. Δηλαδ κυρ-Αντνης ψυχρθηκε, πειδ πατρας μου τλμησε σν φλος ν τν συμβουλεσει ν φσει τν Μιχλη, τν γι του, ν σπουδσει δσκαλος, πο ταν τ νειρ του κα χι πολιτικς μηχανικς, πο τν θελε πατρας του. Τλος πντων, ατς καλς -κατ τ λλα- νθρωπος βρθηκε ν εναι κακιωμνος μ τ μισ χωρι. Οχι πο δν τν στενοχωροσε ατ, χι πο δν θελε ν τ χει μ λους καλ, μ ν, τ θεωροσε θμα ξιοπρπειας ν κρατ πζα κα τουπ σ᾿ ποιον θεληματικ θλητα το φταιξε. Στ χωρι μου κενα τ χρνια δικ μας παπ δν εχαμε. Μς στελναν μως τς Κυριακς κα τς μεγλες γιορτς ερα κα μς λειτουργοσε. Κα εναι λθεια πς κσμος το χωριο μου τν γαποσε τν κκλησα κα κθε φορ πο τελεωνε Λειτουργα, κε στν αλ, ο μεγλοι καναν πντα τν δια συζτηση. «Ν ᾿χαμε ναν δικ μας παπ! Ν ᾿χαμε ναν μνιμο ερα στ χωρι μας!» Κα πειδ τς μορφες κα εσεβες πιθυμες τς κοει Θες, μς δωσε ν χουμε τν δικ μας παπ. Τν θυμμαι τν πρτη μρα πο φτασε μ τ γυνακα του κα τ τρα του παιδι. Τσο νο ερα μ τσο μαρη γενειδα πρτη φορ βλεπα. Οταν πρωτολειτοργησε στν κκλησι μας, ταν -τ θυμμαι πολ καλ- ρχ το Τριωδου. Κτι μς επε στ κρυγμα γι τν Τελνη κα τν Φαρισαο μ, γι ν εμαι ελικρινς, δν θυμμαι οτε λξη. ᾿Εκενο γι τ ποο μπορ ν μιλσω μ σιγουρι εναι τι κθε φορ βγαζε λγο, πργμα πρωτγνωρο γι τ χωρι μου, κα τι μετ στν αλ λοι μιλοσαν μ θαυμασμ κα εχαρστηση γι τν νο παπ.Ο π. Πτρος σ λιγτερο π να μνα μς εχε γαπσει κα εχε γαπηθε π μς. Τν τελευταα Κυριακ πρν π τν Καθαρ Δευτρα, μλις τελεωσε τ κρυγμ του, μς παρακλεσε ν ξαναμαζευτομε τ πγευμα στς 5.00 ρα, γι ν κνουμε λοι μαζ τν Εσπεριν τς Συγχωρσεως. Ο χωριανο μου κοιτχτηκαν μ πορα. Πρτη φορ κουγαν γι τν παρξη νς ττοιου Εσπερινο. -Θλω ν σς παρακαλσω, δελφο μου, κτευσε μ τ θερμ νεανικ φων του π. Πτρος, ν ᾿ρθετε λοι, π τν πι μικρ μχρι τν πι μεγλο. Δ θ θελα ν λεπει κανες. Θς περιργεια γι τν καινοργια κολουθα πο δν ξραμε, θς πιθυμα ν μ λυπσουμε μ τν πουσα μας τν νο μας παπ, μς φεραν λους νεξαιρτως στν Εσπεριν. Πολλ πργματα π τν Εσπεριν δν καταλβαινα, οτε κα τς εχς πο διβαζε μ τση κατνυξη ερας καταλβαινα, φο μουν κμη παιδ. Ενιωσα μως μσα σ κενη τ γεμτη θεϊκ θμπος τμσφαιρα πς κτι ξχωρο, κτι συγκλονιστικ ζοσαν ο μεγλοι. Μλησε κα πλι π. Πτρος, κι γ κρεμστηκα π τ χελη του. Μς διηγθηκε, θυμμαι, τν στορα το γου Διονυσου, πο συγχρεσε τν φονι το δελφο του, κα εδα γι πρτη φορ δκρυα ερα ν βρχουν τ γνια του. -Δν σς γνωρζω κμη καλ, δελφο μου, κατληξε ερας, μ κι ν μι μρα ταν ζω μας σ τοτη τ γ σ κποιον θ φταγαμε, κποιον θ λυποσαμε. Γι᾿ ατ πψε, σς παρακαλ, ν συγχωρεθομε λοι, ν μπομε καθαρο, πεντακθαροι, στν γα Σαρακοστ. Γρισα αθρμητα κα κοταξα τν κυρ-᾿Αντνη. Τ δκρυ του εχαν φτσει ς τ μουστκια του. -Λοιπν, ξακολοθησε παπς, θ περσετε λοι πρτα π μνα κι στερα π᾿ λους τος συγχωριανος σας γι ν συγχωρεθομε. -Πρτος γ, πτερ μου, πρτος γ, γιατ γ χω ν συγχωρεθ μ τος περισστερους. Γυρσαμε λοι ξαφνιασμνοι κα κοιτξαμε τν πι σκληρ νθρωπο το χωριο, τν ᾿Αντνη τν Μητσκο, πο δη προχωροσε κι φτανε μπροστ στν Ωραα Πλη που στεκταν ερας. Εκανε μι δαφιαα μετνοια μπροστ στν παπ κα το φλησε τ χρι. Υστερα γρισε κα μς κοταξε λους μ μτια δακρυσμνα.- Χωριανο, συγχωρστε με γι λα σα σς φταιξα, μ πι πολ γιατ δν θελα ν συγχωρ. Ενας ψθυρος χαρομενος κοστηκε κα ττε νοιξαν ο γκαλις. Εδα τν κυρ-᾿Αντνη στν γκαλι το πατρα μου κι στερα στν γκαλι το δελφο του. Πρασε π γκαλι σ γκαλι, σφιξε χρια, φλησε παιδι κα στ τλος πγε κα στθηκε μπροστ στ γυνακα του -Πολ σ παδεψα, γυνακα, τς επε, συγχρα με κι ς μ συγχωρσει κι Θες.᾿Απ κενη τ χρονι κι π κενον τν Εσπεριν τς Συγχωρσεως, μικρο μεγλοι ξραμε πι πς στ χωρι μας κθε χθρα, σοβαρ σμαντη, θ σβηνε τ πολ σ᾿ να χρνο. Η λθεια ββαια εναι πς π. Πτρος, γρυπνος πντα πνω στ πομνι του, δν φηνε τς καταστσεις ν χρονσουν. Μ ταν κι ᾿Αντνης Μητσκος πο πλι στν παπ τρεχε ν φιλοτιμσει, ν παροτρνει, ν συμβουλεσει. Κι ν κπου βρισκε ντσταση, δν τ χανε οτε τ παρατοσε. «Σκληρτερη πτρα π᾿ τν καρδι μου», λεγε, «δν πρχε· κι μως Χριστς τν σπασε κα τν κανε πηλ.» Κι κουγα πολλος ν λνε π ττε πς « ᾿Αντνης Μητσκος μ φλιωσε μ τν τδε», κι λο τ χωρι τν σεβταν κα τν γαποσε. Μ πι πολ, θαρρ, πς τν γαποσε παπς.

Ε.Β
πηγή: http://zpigikamchoir.blogspot.com/2011/03/blog-post.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: