Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Η πρόνοια του Θεού

Στην εφημερίδα «Kempton Express» που κυκλοφορεί στην πόλη που μένω, στο Κέμπτον Πάρκ, διάβασα μια πολύ ενδιαφέρουσα αληθινή Ιστορία, γραμμένη από έναν συνταξιούχο γιατρό. Λόγω ηλικίας δεν εργάζεται πια όπως πρώτα, προσφέρει όμως τις υπηρεσίες του δωρεάν σε μια Στέγη Γερόντων στην Πρετόρια, την οποίαν επισκέπτεται δυο φορές την εβδομάδα και εξετάζει τους ηλικιωμένους που μένουν εκεί. Μετάφρασα την ιστορία αυτή και την δημοσιεύω πιο κάτω όπως ακριβώς την έχει γράψει ο γιατρός ο ίδιος, για να δούμε ότι συμβαίνουν αληθινές ιστορίες και στη χώρα αυτή που ζούμε. Διαβάστε την. Πηγή: HELLENIC NEWS - Ν. ΑΦΡΙΚΗ – ΙΟΥΛΙΟΣ 2011.Τ.Κ

Είμαι συνταξιούχος γιατρός, δεν εργάζομαι κανονικά πλέον, αλλά βοηθώ δυο μέρες την εβδομάδα, όσο μπορώ, τους ηλικιωμένους σ’ ένα γηροκομείο στην Πρετόρια.
            Γυρνώντας ένα απόγευμα από την Πρετόρια, στα μέσα του δρόμου το αυτοκίνητό μου άρχισε να μου δίνει φασαρία.  Άρχισε ένα είδος «βήχα» σα να μην είχε πια βενζίνη και ήταν έτοιμο να σταματήσει.  Κοίταξα τη βελόνα και είδα ότι ήταν κάτω από το μηδέν.  Παράξενο, γιατί μόλις έφυγα από την Πρετόρια η βελόνα έδειχνε πάνω από τη μέση και ήταν αδύνατο να τέλειωσε το πέτρολ μέσα σε λίγα χιλιόμετρα!  Έπειτα, το αυτοκίνητό μου δεν μου είχε δώσει ποτέ φασαρία!  Άρχισα να φοβάμαι ότι θα μείνω στη μέση του δρόμου, αλλά για καλή μου τύχη εκεί μπροστά μου είδα την ταμπέλα ενός πέτρολ ατέσιον, δίπλα στο χάι γουέι.  Αμέσως σκέφτηκα πως θα υπάρχει κάποιος μηχανικός να με βοηθήσει και επίσης θα το γέμιζα με βενζίνη.  Έστριψα προς τα εκεί και μετά βίας, με βήχα και κούτσα-κούτσα μόλις μπόρεσα και έφτασα στο πρώτο πάρκινγκ που βρήκα.
            Βγήκα από το αυτοκίνητό μου, αλλά την προσοχή μου αμέσως τράβηξε το διπλανό σταματημένο αυτοκίνητο, όπου μπροστά του ήταν μια κοπέλα γονατισμένη, με το κεφάλι κάτω και τα χέρια ενωμένα σε στάση προσευχής.  Άκουσα μάλιστα να λέει ψιθυριστά: «Θεέ μου, σε παρακαλώ, βοήθησέ με!»
            Την πλησίασα και ακουμπώντας το χέρι μου στην πλάτη της, τη ρώτησα: «Μπορώ να σε βοηθήσω;»  Γύρισε και με μια έκπληξη στα δακρυσμένα μάτια της με κοιτούσε.  Επανέλαβα την ερώτησή μου.  Αργά-αργά σηκώθηκε και μου είπε πως πηγαίνει με τα παιδιά της στους γονείς της στη φάρμα, αλλά δεν έχει χρήματα να βάλει πέτρολ.
            Τότε πρόσεξα ότι μέσα στο αυτοκίνητο, στο πίσω κάθισμα, ήσαν τρία παιδικά κεφαλάκια που με κοιτούσαν με αγωνία!
            Είπα στην κοπέλα: «Μη στενοχωριέσαι, θα σου βάλω εγώ πέτρολ».  Φώναξα τον υπάλληλο της τρόμπας και του είπα να γεμίσει το ντεπόζιτο και του έδωσα την κάρτα μου.  Μετά πήγα στο εστιατόριο και πήρα τέσσερα πιάτα με φαγητό και τα έδωσα στα παιδιά και στην κοπέλα.  Τα παιδιά έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό λες και είχαν μέρες να φάνε.  Η κοπέλα κι εγώ καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι εκεί στη σκιά, και όπως έτρωγε μου διηγήθηκε την ιστορία της.
            Γεννήθηκε σε μια φάρμα, εκεί κοντά στο Πήτερσμπεργκ.  Αγάπησε έναν νέο μιας γειτονικής οικογένειας και παρότι οι γονείς της δεν το ενέκριναν, αυτή τον παντρεύτηκε και ήρθαν και ζούσαν στο Τζέρμιστον.  Έκαναν τρία παιδιά αλλά ο άντρας της δεν ήταν σταθερός χαρακτήρας.  Τελικά πριν ένα μήνα τους παράτησε και έφυγε με μια άλλη κοπέλα.  Αυτή προσπάθησε να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα, αλλά δεν τα κατάφερε.  Ο σπιτονοικοκύρης της την πέταξε έξω, χρήματα για φαγητό δεν είχε.  Τηλεφώνησε στους γονείς της και αυτοί της είπαν να πάρει τα παιδιά και να πάει αμέσως εκεί.  Μάζεψε τα λίγα υπάρχοντα που είχε και μαζί με τα παιδιά ξεκίνησε, αλλά δεν είχε ούτε δέκα ράντ για πέτρολ.  Ήταν απελπισμένη, και γι’ αυτό παρακαλούσε το Θεό να τη βοηθήσει.
            Πολύ συγκινήθηκα με την ιστορία της κοπέλας.  Της είπα να μη στενοχωριέται, της έβαλα εγώ πέτρολ, της έδωσα και όσα χρήματα είχα μαζί μου και της είπα να προσέχει στο δρόμο και να φτάσει στους γονείς της που την περιμένουν και όλα θα πάνε καλά.
            Σηκωθήκαμε για να φύγουμε, με κοίταξε στα μάτια και με ρώτησε: «Κύριε, είστε Άγγελος σταλμένος απ’ το Θεό, σε απάντηση της προσευχής μου;»
            Τα ‘χασα! Δεν ήξερα τι να πω…  Ταράχτηκα… Απλώς μουρμούρισα:  «Οι Άγγελοι του Θεού είναι πολύ απασχολημένοι, γι’ αυτό ο Θεός στέλνει εμάς τους ανθρώπους να βοηθάμε όσους έχουν ανάγκη»…
            Τη χαιρέτησα, και ταραγμένος και χωρίς να σκεφτώ, μπήκα στο αυτοκίνητό μου και έφυγα.  Έπειτα από λίγα χιλιόμετρα, τότε μόνο σκέφτηκα ότι δεν έβαλα πέτρολ, δεν φώναξα το μηχανικό για να δει τη μηχανη!… Με ‘πιασε πάλι φόβος ότι θα μείνω στο δρόμο… Κοιτάζω τη βελόνα και τι να δω, έδειχνε στη μέση!... Μα πριν λίγο ήτανε κάτω από το μηδέν.  Και το βήξιμο;;; Τίποτα!  Ούτε βήξιμο, ούτε φασαρία!... Το αμάξι πήγαινε μια χαρά…
            Έφτασα στο σπίτι και η γυναίκα μου κατάλαβε ότι κάτι μου συμβαίνει και με ρώτησε:
«Είσαι καλά; Τι σου συμβαίνει; Έπαθες τίποτα; Είσαι πολύ ταραγμένος».
«Ναι …. Όχι… Δηλαδή… Να, είχα πολύ δουλειά στο γηροκομείο»…
Την άλλη μέρα πρωί-πρωί πήγα το αυτοκίνητο στο γκαράζι για να το εξετάσει ο μηχανικός. Το κοίταξε παντού, εξέτασε τη μηχανή, το πήγε και μια βόλτα, δεν βρήκε τίποτα που να χρειάζεται επισκευή ή ρεγουλάρισμα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: