Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Μεσάνυχτα στο τρένο

Ὅταν ἄνοιξα τὰ μάτια μου, συνειδητοποίησα ὅτι βρίσκομαι νύχτα
μέσα σὲ ἕνα τρένο ποὺ ἔτρεχε μὲ ἰλιγγιώδη ταχύτητα. Πῶς βρέ-
θηκα ἐκεῖ; Ποῦ πήγαινα; Ποῦ ἔπρεπε νὰ κατεβῶ; Ἄγνωστο!
Ἔξω ἦταν πυκνὸ σκοτάδι. Τὸ μόνο ποὺ μπόρεσα νὰ διακρίνω, καθὼς
περνούσαμε ἀστραπιαία, ἦταν ἡ ὥρα στὸ μεγάλο ρολόι ἑνὸς σταθμοῦ: 12
παρὰ 5 λεπτά! Πλησίαζαν μεσάνυχτα!  

Οἱ ἀπορίες μὲ ἔπνιγαν. Ἔπρεπε νὰ μάθω: Πῶς βρέθηκα ἐκεῖ; Ποῦ
πάω; Ποῦ καὶ πότε ἔπρεπε νὰ κατεβῶ; Τί ὑποχρεώσεις εἶχα σ’ αὐτὸ τὸ μυ-
στηριῶδες ταξίδι; Αὐτὰ τὰ βασανιστικὰ καὶ ἀφόρητα γιὰ μένα ἐρωτήματα
ἔπρεπε νὰ βροῦν τὸ συντομότερο τὴν ἀπάντηση.
Ἔριξα ἕνα βλέμμα στοὺς συνταξιδιῶτες μου... Ὅλοι σχεδὸν ἦταν ἀνέ-
μελοι... Κουβέντιαζαν, ἀστειευόντουσαν, γελοῦσαν, διασκέδαζαν... πολλοὶ
κοιμόντουσαν βαθιά. Ἀποφάσισα ὡστόσο νὰ τοὺς ἐνοχλήσω:
Ξέρετε;
Μερικοὶ σήκωσαν ἀδιάφορα καὶ βαριεστημένα τοὺς ὤμους τους, οἱ πε-
ρισσότεροι μὲ κοίταξαν περίεργα... ἕνας-δυό μοῦ ἀποκρίθηκαν:
Καὶ τί σὲ νοιάζει; Καλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ; Κάτσε, διάβασε, παῖξε... κοι-
μήσου.
Ἡ ἀπάντησή τους, ἡ ἀδιαφορία τῶν πολλῶν μὲ πάγωσε...
Μόνο ἕνα γεροντάκι χωμένο σὲ μιὰ γωνίτσα μοῦ ψιθύρισε: «Ἑτοίμασε
τὶς ἀποσκευές σου! Δὲν ξέρεις ποῦ καὶ πότε θὰ κατεβεῖς!».
* * *
Μεσάνυχτα μέσα στὸ τρένο...
Αὐτὸς εἶμαι... Αὐτὸς εἶσαι... Αὐτοὶ εἴμαστε... Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή μας.
Ἤρθαμε ξαφνικὰ στὴ ζωὴ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε, χωρὶς νὰ ἐρωτη-
θοῦμε. Βρεθήκαμε σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Γιατί; Ποιὸς τὸ ἀποφάσισε; Μὲ ποιὸ σκοπό; Ποῦ κατευθυνόμαστε;
Τὸ τρένο τῆς ζωῆς κινεῖται μὲ ταχύτητα ἀστραπιαῖα! Χθὲς παίζαμε
μωρά, σήμερα παλεύουμε ὥριμοι μὲ τὰ ἀτέλειωτα προβλήματα τῆς ζωῆς...
αὔριο...
Αὔριο κάποια στιγμὴ θὰ κατεβοῦμε ἀπὸ τὸ τρένο... Οἱ συνεπιβάτες
μας θὰ συνεχίσουν τὸ ταξίδι μέχρι κάποιον ἀπὸ τοὺς ἑπόμενους σταθ-
μούς... ἐμεῖς ὅμως θὰ ἔχουμε ἤδη ἀποβιβαστεῖ!
Καὶ τότε...
Τότε θὰ εἶναι ἤδη ἀργὰ γιὰ ὁτιδήποτε...
Ἂς ξαναγυρίσουμε στὰ τρία ἐρωτήματα.
Τὸ πρῶτο εἶναι: Πῶς βρεθήκαμε στὸ τρένο τῆς ζωῆς;
Πῶς; Ἰδού! «Ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐν αὐτῷ πρὸ καταβολῆς κόσμου» (Ἔφ.
α΄ 4)· μᾶς διάλεξε ὁ Θεὸς πρὶν ἀκόμη δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος! Δὲν εἴμαστε
χθεσινοί, δὲν εἴμαστε βλαστοὶ τύχης καὶ χημικῶν διεργασιῶν. Εἴμαστε
ἀρχαιότεροι ἀπὸ τὸν κόσμο ὅλο, παιδιὰ μιᾶς ἀγάπης ὑπέρχρονης, ἀκατά-
λυτης, παντοτινῆς. Πρὶν ὑπάρξει ὁ κόσμος, πρὶν δημιουργηθεῖ ὁ χῶρος,
προτοῦ ξεκινήσει ὁ χρόνος... ἐμεῖς ὑπήρχαμε. Ὑπήρχαμε στὸν νοῦ τοῦ
Θεοῦ, στὴν σκέψη τοῦ Δημιουργοῦ μας. Σὲ παραπάνω ἀπὸ 13,5 δισεκατομ-
μύρια χρόνια ὑπολογίζουν οἱ ἐπιστήμονες τὴν ἡλικία τοῦ σύμπαντος. Τότε
λένε, ξεκίνησε ὁ κόσμος καὶ ἀργότερα οἱ γαλαξίες, τὰ ἀστέρια, οἱ
πλανῆτες.
Ἐμεῖς ὅμως, ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς, ὑπῆρχε ἤδη μέσα στὴ σκέψη τοῦ
Θεοῦ. Κι αὐτὸ ποὺ τότε ἦταν ἁπλῶς σχέδιο καὶ σκέψη, ἔχει γίνει τώρα
πραγματικότητα. Τώρα ὑπάρχουμε... Τρέχουμε στὸ ταχύτατο τρένο τῆς
ζωῆς. Γιατί, μὲ ποιό σκοπό, ποῦ κατευθυνόμαστε;
Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερο σημαντικὸ ἐρώτημά μας.
Μεσάνυχτα στὸ τρένο τῆς ζωῆς! Καὶ εἶναι τραγικό, εἶναι ἡ χειρότερη
φρίκη νὰ μὴ γνωρίζει κανεὶς ποῦ πάει, ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός, τὸ νόημα τῆς
ζωῆς του. Ἕνας ἐπιβάτης στὸ τρένο πού δὲν ξέρει ποῦ πάει εἶναι κάτι
ἀδιανόητο, μιὰ τρέλα! Κι ἕνας ταξιδιώτης τῆς ζωῆς χωρὶς γνώση τοῦ προ-
ορισμοῦ του, τί εἶναι; Δὲν ἀποτελεῖ φαινόμενο παραλογισμοῦ; Ὁ πιστὸς
ὅμως γνωρίζει. Τί γνωρίζει; Γνωρίζει ὅτι τέλος καὶ σκοπὸς τοῦ ταξιδιοῦ
αὐτοῦ στὸ τρένο τῆς ζωῆς εἶναι νὰ βρεθεῖ στὸ πατρικό του σπίτι, στὸ πα-
λάτι τοῦ Πατέρα του, τοῦ Δημιουργοῦ του, στὴ Βασιλεία τὴν εὐλογημένη
τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τὸ τρίτο μας ἐρώτημα εἶναι ἀναμενόμενο καὶ ἐπιβεβλημένο:
Ποιές λοιπὸν εἶναι οἱ ὑποχρεώσεις μας;
«Ἑτοίμασε τὶς ἀποσκευές σου!», ἦταν ἡ σοφὴ συμβουλὴ τοῦ γέροντα,
ὅπως τὴν παραθέσαμε στὴν ἀρχὴ τοῦ κειμένου μας. «Ἑτοίμασε τὶς ἀπο-
σκευές σου! Δὲν ξέρεις ποῦ καὶ πότε θὰ κατεβεῖς!».
«Συσκευαζόμεθα πρὸς τὴν ἄνω ζωή», λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολό-
γος, ἑτοιμάζω τὶς ἀποσκευές μου γιὰ τὴν αἰωνιότητα! Ἑτοίμασε τὶς ἀπο-
σκευές σου, ἐπαναλαμβάνουμε καὶ ἐμεῖς ἐδῶ. Κοίταξε καλά. Τί ἔχεις μέσα
στὶς βαλίτσες σου; Ποιὸς εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς σου, ποιὰ τὰ ἔργα σου;
Τί ἔχω; Τί ἔχουμε, ἀλήθεια; Μὲ τί εἶναι γεμάτες οἱ ἀποσκευὲς τῆς ζωῆς
μας; Περιέχουν κάτι πολύτιμο; Ἢ μόνο ἄπλυτα, ποὺ ντρεπόμαστε νὰ τὰ
φανερώσουμε στὰ μάτια τῶν ἄλλων; «Συνετὸς καὶ μυαλωμένος ἄνθρωπος
εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀντελήφθη καλῶς ὅτι ὑπάρχει τέρμα τῆς παρούσης ζωῆς
καὶ σπεύδει καὶ αὐτὸς νὰ θέσει τέρμα εἰς τὰ σφάλματα καὶ ἐλαττώματά
του» (Γέρων Παΐσιος) .
Μέσα στὸ τρένο τῆς ζωῆς...
Πρὸς τὸν τελικὸ προορισμό...
Μὲ τὶς ἀποσκευὲς στὸ χέρι...
Εἶσαι ἕτοιμος νὰ κατεβεῖς;
από το περιοδικό  «Ο ΣΩΤΗΡ», (ἀρ. τ. 2036, 01.01.2012)
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: